Διατροφή: Εφηβεία και διατροφικές διαταραχές.


Στην εφηβική ηλικία μπορεί να παρατηρηθούν διαταραχές πρόσληψης της τροφής, για παράδειγμα περίεργα γούστα για φαγητό, νευρογενής ανορεξία, βουλιμία, παχυσαρκία.


Η νευρική ανορεξία είναι μία διατροφική ψυχογενής διαταραχή που συνίσταται στον παράλογο φόβο του πάχους εκφράζοντας μία ψυχαναγκαστική άρνηση να δεχθεί ο έφηβος τη τροφή του.

Τα συμπτώματά της είναι:

1.Θεληματική αντίσταση στο φαγητό.

 Πολλοί ανορεξικοί δεν παύουν να έχουν όρεξη για φαγητό, αλλά υποβάλλουν τον εαυτό τους σε αυστηρή δίαιτα.

2.Απώλεια βάρους (πάνω από 10% του αρχικού).

3.Αμηνόρροια (απουσία τριών τουλάχιστον κύκλων έμμηνου ρήσης).

Άλλα συμπτώματα είναι αναιμία, ελαφράς μορφής κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας, βραδυκαρδία, κοιλιακοί πόνοι, δυσανεξία στο ψύχος κλπ.

Η νευρογενής ανορεξία εκδηλώνεται με δύο διαφορετικούς τύπους :

(α) Ανορεξία στερητικού τύπου.

Ο στερητικός τύπος χαρακτηρίζεται από μία παρατεταμένη, αυτοεπιβαλλόμενη ασιτεία.

Οι ασθενείς του τύπου αυτού εκφράζουν συχνά εσωστρέφεια, αρνούνται τις φυσικές ανάγκες του σώματός τους (το αίσθημα της πείνας και της κούρασης), αδυνατούν να εκφράσουν συναισθήματα θυμού, ματαίωσης, άγχους.

(β) Ανορεξία υπερκαταναλωτικού τύπου.

Χαρακτηρίζεται από σποραδικά επεισόδια βουλιμίας (υπερφαγίας) και στη συνέχεια οδηγείται σε μία ακυρωτική, διορθωτική συμπεριφορά με την πρόκληση εμετού, ή τη λήψη καθαρτικών και διουρητικών χαπιών.

Οι ασθενείς του τύπου αυτού χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια, αναγνωρίζουν ευκολότερα το άγχος, την κατάθλιψη, τις ενοχές τους και παραδέχονται πως έχουν έντονη όρεξη.

Νευρογενής βουλιμία. Εμφανίζεται πιο συχνά από την νευρική ανορεξία και εντοπίζεται η έναρξή της στην περίοδο της εφηβείας.

Στην νευρογενή βουλιμία οδηγούνται συχνά έφηβες και νεαρές γυναίκες μετά από αποτυχημένες εξαντλητικές δίαιτες.

Τα υπερφαγικά επεισόδια χαρακτηρίζονται από κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού πολύ γρήγορα και σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Τα επεισόδια χαρακτηρίζονται από την κατανάλωση λιπαρών και ‘απαγορευμένων’ τροφών.

Ο βουλιμικός συνεχίζει να τρώει ακόμη και όταν νιώθει ότι έχει χορτάσει.

Στη συνέχεια νιώθει ενοχές, άγχος και κατατρέχεται από την ιδέα ότι η τροφή δεν μπορεί να αφομοιωθεί ή ότι μπορεί να έχει καταστρεπτικές ιδιότητες και συνεπώς θα πρέπει να την απορρίψει από το σώμα του προκαλώντας εμετό. Άλλοτε μπορεί να υποβληθεί σε εξαντλητική άσκηση στην προσπάθειά του να χάσει βάρος.

Για το βουλιμικό επεισόδιο νιώθει ντροπή και συνήθως αποκρύβει επιμελώς αυτή τη συμπεριφορά από το οικογενειακό του περιβάλλον. Για τη διάγνωση της νευρογενούς βουλιμίας πρέπει ο ασθενής να εμφανίζει δύο επεισόδια υπερφαγίας με ακυρωτική συμπεριφορά εβδομαδιαίως για τουλάχιστον τρεις μήνες.

Το βάρος των βουλιμικών ασθενών κυμαίνεται σε κανονικά περίπου επίπεδα.

Όταν, όμως, συνυπάρχει και νευρική ανορεξία παρατηρείται τότε και απώλεια βάρους.

Η καταγωγή των διατροφικών διαταραχών έχει τη βάση της στην νηπιακή ηλικία. Όταν η μητέρα διαισθάνεται και αντιδρά κατάλληλα στα ερεθίσματα που στέλνει το παιδί ικανοποιώντας τις φυσιολογικές και ψυχολογικές του ανάγκες, η ανάπτυξη συντελείται κανονικά.

Το παιδί εκπαιδεύεται να ξεχωρίζει το αίσθημα της πείνας ως ξεχωριστό αίσθημα. Αν οι αντιδράσεις στα μηνύματα του παιδιού είναι αντιφατικές ή ακατάλληλες, το παιδί αδυνατεί να διαφοροποιήσει τις ανάγκες από τις ορμές του και αποκτά συγκεχυμένη γνώση για τη διαφορά των βιολογικών του αναγκών και των συναισθηματικών του σχέσεων με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναπτύξει αυτοέλεγχο και κυριαρχία πάνω στο σώμα του.

Οι ασθενείς πρέπει να οδηγηθούν στο να επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους και να διεκδικούν την έκφραση και την ικανοποίηση των ορμών τους.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία θα τους βοηθήσει να αποκτήσουν επίγνωση της παθολογίας των συμπτωμάτων τους και των κινήτρων της συμπεριφοράς τους.

Η διαδικασία αυτή, αν και μακροχρόνια, είναι αποτελεσματική γιατί στο βαθμό που ο έφηβος αναγνωρίσει και εκφράσει τις συγκρούσεις του, παύει να χρησιμοποιεί την τροφή του προκειμένου να αρνηθεί τον εαυτό του ή τους άλλους.